Στις 12 Δεκεμβρίου το 1863 γεννήθηκε ο Εντβαρτ Μουνκ.
Νορβηγός εξπρεσιονιστής ζωγράφος όπου έδωσε άλλη διάσταση στον
συμβολισμό.
Σπούδασε στην Βασιλική Σχολή Τέχνης και Σχεδιασμού στη Χριστιανία
-σημερινό Όσλο- ενώ άρχισε να ζει μια μποέμικη ζωή επηρεαζόμενος
από τον μηδενιστή Χανς Γέγκερ, ο οποίος τον παρότρυνε να ζωγραφίσει
τη δική του συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση.
Ο Μουνκ σε μικρή ηλικία έχασε την μητέρα του από φυματίωση οπώς
λίγο αργότερα και μία από τις αδερφές του επίσης απο την ίδια ασθένεια.
Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια μεγάλωντας με έναν πατέρα
νευρωτικό και θρησκόληπτο σε εμμονικό βαθμό.
Η άλλη του αδερφή διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια, ενώ χάνει και τον
αδερφό του λίγο μετά τον γάμο του.
Έτσι, από πολύ νωρίς επισκιάστηκε από τους μεγαλύτερους φόβους του.
Την ασθένεια, την απώλεια και την ψυχική κατάσταση.
Ο καλλιτέχνης αναφέρει χαρακτηριστικά:
“Κληρονόμησα δύο από τους πιο φοβερούς εχθρούς του ανθρώπινου είδους
– την κληρονομιά της φυματίωσης και της παραφροσύνης –
η ασθένεια, η τρέλα και ο θάνατος ήταν οι μαύροι άγγελοι που στάθηκαν στο λίκνο μου”.
Μανία καταδίωξης, αλκοολισμός και κατάθλιψη τον κυριεύουν. Τα συναισθήματα αυτά, τα
αποτυπώνει στα έργα του, με το πιο γνωστό το 1893 “Η Κραυγή” οπού θα γίνει και ο πιο
αναγνωρίσιμος πίνακας σε όλη την τέχνη.
Από τις σημειώσεις του Μουνκ η έμπνευση για τον πίνακα ήρθε όταν περπατώντας στην γέφυρα
με δύο φίλους του στην διάρκεια του ηλιοβασιλέματος, ο καλλιτέχνης αντί να απολαύσει
το τοπίο έβλεπε αίμα και φωτιές. Ένιωσε έναν απίστευτο φόβο να τον περιβάλλει ενώ μια
κραυγή αγωνίας του έσκιζε τα σωθικά. Με την φύση να του ουρλιάζει, ο Μουνκ έγυρε πιάνοντας
το κεφάλι του με τα δύο του χέρια και αφήνοντας πίσω τους φίλους του.
Αναφέρεται ότι το ίδρυμα όπου νοσηλευόταν η αδερφή του ήταν κοντά σε εκείνη την γέφυρα
και ίσως υπήρχε κάποια υποσυνείδητη επιρροή.
Υπάρχουν τέσσερις εκδοχές της “Κραυγής” εκ των οποίων η μία πουλήθηκε το 2012 έναντι
12 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ το πρωτότυπο έργο βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο της
Νορβηγίας.
Ασταθής και στην ερωτική του ζωή. Ηθελε να έχει το αίσθημα της ελευθερίας για αυτό και δεν
προχώρησε σε γάμο ούτε με τον έρωτα της ζωής του, την Τουλα Λαρσεν, οπού η σχέση διέρκησε
τέσσερα χρόνια. Ήταν αρκετά θυελλώδης και εκρηκτική. Όταν η συντροφός του
τον πίεσε να παντρευτούν είχαν έναν καταστροφικό χωρισμό με τον Μουνκ
να τραυματίζεται στο χέρι από πυροβολισμό.
Μετά από αυτό το περιστατικό η κατάσταση του καλλιτέχνη επιδεινώθηκε.
Παραισθήσεις, καβγάδες, μανιοκατάθλιψη σε συνδυασμό με το αλκοολ τον ωθούν το 1908
να εισαχθεί σε κλινική στην Κοπεγχαγη. Ο ίδιος παραδέχεται ότι πλησίαζε στην παράνοια.
Μετά από ένα χρόνο θεραπείας, ο Μουνκ επιστρέφει με λίγο καλύτερη διάθεση την οποία
αποτυπώνει και στα έργα του. Χαλαρές πινελιές, χρώματα πιο ζωηρά και λευκό φόντο
σε αντίθεση με το μαύρο που υπερτερούσε , δίνουν πιο αισιοδοξο στυλ.
Το κοινό τον αποδέχεται, τα μουσεία αρχίζουν να αγοράζουν τα έργα του και ονομάστηκε
Ιππότης του Βασιλικού Τάγματός του Αγίου Ολαφ “για τις υπηρεσίες του στην τέχνη”.
Το 1912 πραγματοποιεί την πρώτη του αμερικάνικη έκθεση στην Νέα Υόρκη.
Το εισοδημά του αυξήθηκε, απέκτησε ακίνητα και πλέον μπορεί να συντηρεί την οικογένεια του.
Τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ο Μουνκ ζωγραφίζει ασταμάτητα. Γυμνά, αυτοπροσωπογραφίες, τοιχογραφίες κατά παραγγελία. Δουλεύει μοναχικά και ασταμάτητα.
Φοβούμενος την είσοδο των Γερμανών στην Νορβηγία ο καλλιτέχνης συγκεντρώνει πάνω από
1000 έργα στην κατοικία του, θέλοντας να προστατεύσει τα ‘παιδιά’ του αφού έτσι τα θεωρούσε.
Ο Χίτλερ αφαίρεσε όλα του τα έργα από τα γερμανικά μουσεία αναφέροντας ότι πρόκειται για
εκφυλιστική τέχνη. Απο τα 82 έργα, τα 71 κατάφεραν επιστραφούν στην Νορβηγία και
να διασωθούν από συλλέκτες που τα αγόρασαν.
Πέθανε 23 Ιανουαρίου 1944 ενώ οι Ναζί πραγματοποίησαν ενορχηστρωμένη τελετή δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο στους Νορβηγούς ότι τους ήταν συμπαθής.
Τα έργα του κληροδοτήθηκαν από την πόλη του Όσλο όπου το 1963
ιδρύθηκε το μουσείο Μουνκ διατείθοντας περίπου 1.100 πίνακες, 4.500 σχέδια και 15.000 εκτυπώσεις.
Αποτελεί την μεγαλύτερη συλλογή του στον κόσμο.
“Δεν πιστεύω στην τέχνη, που δεν είναι το καταναγκαστικό αποτέλεσμα της ώθησης του
Ανθρώπου να ανοίξει την καρδιά του”. Εντβαρτ Μουνκ
Πηγή: el.wikipedia.org
Άννα Νικολέτου







